καλύτερα

επίρρημα

1. Σε μεγαλύτερο βαθμό ή ένταση σε σύγκριση με κάτι άλλο ή με προηγούμενη κατάσταση.

2. Με πιο κατάλληλο, πιο αποτελεσματικό ή πιο ωφέλιμο τρόπο.

3. Ως έκφραση προτίμησης ή σύστασης για την επιλογή ή αποφυγή ενέργειας (π.χ. «καλύτερα να...»).

Συνώνυμα

προτιμότερα προτιμότερο βελτιότερα καλλίτερα βελτιώς μάλλον

Αντώνυμα

χειρότερα χειρότερως άσχημα κακώς

Παραδείγματα χρήσης

  • Μιλάει καλύτερα αγγλικά από πέρυσι.
  • Καλύτερα να πάρεις ομπρέλα πριν βγεις.
  • Νιώθω καλύτερα μετά από λίγες ώρες ύπνου.
  • Θα ήταν καλύτερα αν το συζητούσαμε πρώτα.
  • Οδήγησε καλύτερα χθες, χωρίς να βιάζεται.