καλσόν
ουσιαστικόΕλαστικό, στενό ένδυμα από λεπτό πλεκτό ύφασμα που καλύπτει τα πόδια και συνήθως φτάνει ως τη μέση ή την περιφέρεια της λεκάνης, φοριέται για ζεστασιά, κάλυψη, στήριξη ή αισθητικό αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καλσόν που φόρεσε ήταν μαύρο και διαφανές.
- Έσκισε το καλσόν της στον καναπέ και αναγκάστηκε να αλλάξει.
- Για το κρύο φοράω πάντα ένα ζεστό καλσόν κάτω από το παντελόνι.
- Στο κατάστημα αγόρασα δύο καλσόν σε διαφορετικά χρώματα.
- Το χοντρό καλσόν είναι ιδανικό για τον χειμώνα.