καλησπέρα

άλλο

1. Χαιρετισμός που απευθύνεται σε κάποιον κατά το απόγευμα ή την αρχή της νύχτας, με σκοπό να εκφράσει ευγένεια ή ευχή για καλή συνέχεια της ημέρας.

2. Φόρμουλα ευγενείας που χρησιμοποιείται κατά την έναρξη ή τη λήξη συνομιλίας, προφορικά ή γραπτά.

Συνώνυμα

εύσπερα γεια χαίρετε χαίρε

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν φτάνω στο γραφείο λέω καλησπέρα σε όλους.
  • Η παρουσιάστρια ξεκίνησε την εκπομπή λέγοντας καλησπέρα στους τηλεθεατές.
  • Στο τηλέφωνο είπε καλησπέρα πριν εξηγήσει τον λόγο της κλήσης.
  • Την αποχαιρέτησα λέγοντας καλησπέρα καθώς έφευγε από το πάρτι.
  • Είπε καλησπέρα με ειρωνικό τόνο όταν είδε το ακατάστατο δωμάτιο.