ευλύγιστος
επίθετο1. Που λυγίζει εύκολα χωρίς να σπάει και μπορεί να επανέλθει στο αρχικό του σχήμα μετά την παραμόρφωση.
2. Που προσαρμόζεται ευκολότερα σε αλλαγές, καταστάσεις ή απαιτήσεις, επιδεικνύοντας ευκαμψία στη συμπεριφορά ή στην πρακτική εφαρμογή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ευλύγιστος γυμναστής εκτέλεσε δύσκολες ακροβατικές κινήσεις.
- Το πλαστικό φύλλο είναι ευλύγιστο και παίρνει εύκολα το σχήμα που θέλουμε.
- Ο διευθυντής πρότεινε ένα ευλύγιστο ωράριο για να εξυπηρετεί καλύτερα τους εργαζομένους.
- Η ευλύγιστη καθηγήτρια προσαρμόζει το μάθημα στις ανάγκες κάθε τάξης.
- Οι ευλύγιστοι χορευτές συνεργάστηκαν άψογα στην παράσταση.