δόντι

ουσιαστικό

1. Σκληρό, ασβεστιωμένο όργανο που βρίσκεται στη στοματική κοιλότητα των ανθρώπων και πολλών ζώων, χρησιμεύει στη σύλληψη, στο κόψιμο και στη μάσηση της τροφής και συμβάλλει στην ομιλία και στην αισθητική του προσώπου.

Συνώνυμα

δοντάκι δοντάρι κοπτήρας κυνόδοντας λεπίδα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έσπασε ένα δόντι όταν δάγκωσε ένα σκληρό κομμάτι τροφής.
  • Ο οδοντίατρος αφαίρεσε το χαλασμένο δόντι και πρότεινε εμφύτευμα.
  • Το μωρό έβγαλε χθες το πρώτο του δόντι.
  • Το γρανάζι σταμάτησε γιατί ένα δόντι του μηχανισμού είχε σπάσει.
  • Η χτένα είχε ένα σπασμένο δόντι, γι' αυτό μπερδευόταν στα μαλλιά.