γουρούνα
ουσιαστικό1. Δίκυκλο ή τετράκυκλο όχημα μικρών συνήθως διαστάσεων, κατάλληλο για μετακίνηση σε δρόμους και ανώμαλα εδάφη.
2. Θηλυκό γουρούνι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γουρούνα έφαγε όλο το φαγητό της στον στάβλο.
- Ο κτηνοτρόφος αγόρασε μια γουρούνα για το αγρόκτημά του.
- Η γουρούνα γέννησε πέντε μικρά.
- Στο χωριό είχαν μια μεγάλη γουρούνα που τη μεγάλωναν για αναπαραγωγή.