γουλιά

ουσιαστικό

1. Μικρή ποσότητα υγρού, συνήθως ποτού ή ροφήματος, που λαμβάνεται στο στόμα και καταπίνεται με μία μόνο κατάποση ή ρουφηξιά.

2. (Μεταφορικά) Μικρή ή στιγμιαία δόση ή απόλαυση· σύντομη εμπειρία ή εντύπωση.

Συνώνυμα

ρουφήγμα ρουφηξιά κατάποση σφηνάκι κουταλιά σταγόνα σταλαγματιά μπουκιά πόση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πήρε μια γουλιά νερό πριν συνεχίσει το περπάτημα.
  • Δεν άφησε ούτε μια γουλιά στο ποτήρι.
  • Από την πρώτη γουλιά του καφέ κατάλαβε ότι ήταν πολύ δυνατός.
  • Μια γουλιά από το ζεστό τσάι τον ανακούφισε από το κρύωμα.
  • Η είδηση του έδωσε μια γουλιά ελπίδας.