βόρειος
επίθετο1. Που βρίσκεται προς το βορρά ή στο βόρειο τμήμα ενός τόπου, χώρας ή περιοχής.
2. Που σχετίζεται με τον βορρά ως γεωγραφική κατεύθυνση, θέση ή προσανατολισμό.
Συνώνυμα
βορεινός βορειότερος βορειότατος βορεαλικός αρκτικός βορειοειδής βορειοκεντρικός βορειοδυτικός βορειοανατολικός
Αντώνυμα
νότιος νοτιότερος νοτιότατος ανταρκτικός μεσημβρινός νοτιοειδής νοτιοκεντρικός νοτιοδυτικός νοτιοανατολικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βόρειος άνεμος έφερε κρύο.
- Η βόρεια πλευρά του σπιτιού μένει πάντα στη σκιά.
- Το χωριό βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νησιού.
- Ο Βόρειος Πόλος καλύπτεται κυρίως από πολικό πάγο.
- Οι βόρειες περιοχές της χώρας έχουν πιο ψυχρό κλίμα.