βρέχω
ρήμα1. Κάνω κάτι να γίνει υγρό ή νωπό καλύπτοντάς το με νερό ή άλλο υγρό.
2. Βρίσκομαι ή τίθεται σε κατάσταση υγρασίας εξαιτίας επαφής με νερό ή άλλο υγρό (μέση/παθητική χρήση).
Συνώνυμα
ρίχνω μουσκεύω υγραίνω ραντίζω λούζω περιλούζω καταβρέχω διαβρέχω περιβρέχω ψιχαλίζω ψεκάζω ποτίζω πλημμυρίζω δροσίσω υγροποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί βρέχω τα λουλούδια στο μπαλκόνι.
- Στο μαγείρεμα βρέχω το κοτόπουλο με το ζωμό για να μείνει ζουμερό.
- Όταν καθαρίζω το σπίτι, βρέχω το σφουγγάρι πριν σκουπίσω το πάτωμα.
- Καθώς περπατούσα στην ακτή, βρέχω τις άκρες του παντελονιού μου.
- Μερικές φορές βρέχω τα μάτια μου όταν συγκινούμαι.