βενζινάδικο

ουσιαστικό

Χώρος ή κατάστημα όπου πωλείται και διανέμεται βενζίνη και άλλα καύσιμα για οχήματα, συνήθως εξοπλισμένο με αντλίες καυσίμων και παρέχοντας συχνά πρόσθετες υπηρεσίες (π.χ. έλεγχος λαδιού, συμπίεση ελαστικών, πλύσιμο).

Συνώνυμα

πρατήριο βενζινοπωλείο βενζιναποθήκη αντλιοστάσιο

Παραδείγματα χρήσης

  • Σταμάτησα στο βενζινάδικο για να γεμίσω το ρεζερβουάρ.
  • Το βενζινάδικο της γειτονιάς έχει μικρό κατάστημα με σνακ και καφέ.
  • Άνοιξαν δύο βενζινάδικα στην εθνική οδό το τελευταίο καλοκαίρι.
  • Ο πατέρας μου δούλευε στο βενζινάδικο για χρόνια.
  • Το βενζινάδικο έκλεισε προσωρινά λόγω έλλειψης καυσίμων.
  • Θα σε περιμένω στο παλιό βενζινάδικο κοντά στην είσοδο του χωριού.