αντίδειγμα
ουσιαστικό1. Παράδειγμα που δείχνει ότι μια γενίκευση ή ισχυρισμός είναι λανθασμένος ή δεν ισχύει για όλες τις περιπτώσεις, χρησιμοποιούμενο για να ανατρέψει έναν κανόνα ή ένα συμπέρασμα.
Συνώνυμα
αντιπαράδειγμα αντιπρότυπο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθηματικός παρουσίασε ένα αντίδειγμα που ακύρωνε την υπόθεση.
- Μπορείς να φέρεις κάποιο αντίδειγμα για να διαψεύσεις τη γενίκευση;
- Το περιστατικό χρησιμοποιήθηκε ως αντίδειγμα για την επικινδυνότητα της πρακτικής.
- Ο καθηγητής τόνισε ότι ένα μόνο αντίδειγμα αρκεί για να απορρίψει ένα θεώρημα.
- Ζήτησα ένα αντίδειγμα που δείχνει πως ο κανόνας δεν ισχύει πάντα.