έγκυος
άλλο1. Που κυοφορεί έμβρυο ή έμβρυα στη μήτρα, βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης.
2. Άνθρωπος (συνήθως γυναίκα) ή θηλυκό ζώο που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης.
Συνώνυμα
κυοφορούσα κυοφορούμενη κυοφόρος κύουσα έγκοιμη εγκυμονούσα
Αντώνυμα
στείρα άτεκνη άτεκνος άγονος άγονη
Παραδείγματα χρήσης
- Η έγκυος επισκέφτηκε το μαιευτήριο.
- Είναι έγκυος έξι μηνών και έχει ραντεβού με τον γυναικολόγο.
- Η έγκυος σιωπή πριν την ανακοίνωση ήταν βαριά.
- Η απόφαση ήταν έγκυος συνεπειών για την εταιρεία.
- Οι έγκυες επιβάτιδες έχουν προτεραιότητα στις θέσεις του λεωφορείου.